Είχε όλα τα χαρακτηριστικά των μεγάλων κωμικών ηθοποιών, που μπορούσαν με το τίποτα να χαρίσουν το γέλιο, να συγκινήσουν, να επικοινωνήσουν με τον κόσμο, να περάσουν από το δράμα στην κωμωδία, με μία γκριμάτσα, ένα βλέμμα, να αλλάξει το σενάριο και να αυτοσχεδιάσει.

56 χρόνια πριν, και συγκεκριμένα Μάρτιο μήνα, ο Βασίλης Αυλωνίτης που χαρακτηρίστηκε για αυτό το πηγαίο και αυθεντικό ταλέντο του, έφυγε από την ζωή σε ηλικία 66 χρονών, υποφέροντας από χρόνια βρογχίτιδα η οποία εξελίχτηκε σε βρογχοπνευμονία και τελικά “έσβησε” από καρδιακή προσβολή.

Εκείνος μέχρι την τελευταία στιγμή, λίγες μέρες πριν τον θάνατό του, έπαιζε στο θέατρο και τελευταία του ταινία ήταν η «Αριστοκράτισσα και ο Αλήτης» το 1970.

Βασίλης Αυλωνίτης: Από μια πλάκα… πρωταγωνιστής

Ο μεγάλος ηθοποιός ποτέ δεν σπούδασε υποκριτική, δικαιώνοντας τον θρυλικό Βιτόριο Γκάσμαν που έλεγε «θα βρεις περισσότερο ταλέντο σε μία λαϊκή αγορά της Νάπολης από όλο το Χόλυγουντ».

Το πηγαίο χιούμορ του, το ανεξίτηλο ταλέντο του και η ετοιμολογία του, τον οδηγούσαν συχνά σε αυτοσχεδιασμούς, οι οποίοι όχι μόνο δεν απορρίπτονταν από τους σκηνοθέτες, αλλά έδιναν χρώμα στα σενάρια και στους ρόλους του. Λέγεται ότι δεν ήξερε να διαβάζει και σπάνια έπαιζε πρόζα, ενώ οι περίφημοι αυτοσχεδιασμοί του, αιτία είχαν το ότι ξεχνούσε τα λόγια του ή τα άλλαζε, διότι πολλές φορές είχε πέσει θύμα της ανεπάρκειας των σκηνοθετών που τον φόρτωναν με άσκοπες ατάκες προκειμένου να του μεγαλώσουν τον ρόλο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι “Γαμπροί της Ευτυχίας”, που οι σεναριογράφοι με τον σκηνοθέτη, θέλοντας να ικανοποιήσουν το κοινό που ήθελε σε κάθε σκηνή τον Αυλωνίτη, τον έβαζαν μέσα χωρίς να λέει τίποτα, όμως ακόμα και τότε, εκείνος κατάφερνε να κλέβει την καρδιά του κόσμου.

O Βασίλης Αυλωνίτης ασχολήθηκε εντελώς τυχαία με τον χώρο του θεάτρου. Γεννήθηκε σε πολύ φτωχή οικογένεια και έως τότε έκανε όποια δουλειά έβρισκε πρόχειρη, για να καταφέρει να επιβιώσει. Έτσι, κάποια περίοδο που εργαζόταν ως βοηθός σκηνικών στο θέατρο Έντεν, κάποιοι συνάδελφοί του, θέλοντας να του κάνουν πλάκα, τον έσπρωξαν πάνω στη σκηνή την ώρα της παράστασης.

Εκείνος, δίχως να σοκαριστεί, ξεκίνησε να «παίζει», εκτός σεναρίου φυσικά, έχοντας ως συμμάχους το έμφυτο ταλέντο του και το αστείρευτο χιούμορ του, με αποτέλεσμα οι θεατές να σηκωθούν όρθιοι και να τον καταχειροκροτήσουν! Έτσι, εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε ένας μεγάλος ηθοποιός!

Το επίσημο ντεμπούτο του ως ηθοποιός έγινε λίγους μήνες αργότερα, με το θίασο της Ελένης Ζαφειρίου, στο έργο «Ερωτικές Γκάφες». Η απήχηση που είχε ο Αυλωνίτης στο κοινό, τον έκανε μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια θιασάρχη. Δες εδώ τις καλύτερες ατάκες του:

Στις 22 Αυγούστου του 1931 κι ενώ έπαιζε στην επιθεώρηση «Κατεργάρα» που σατίριζε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, φανατικός οπαδός των βενιζελικών εισέβαλε στο θέατρο πυροβολώντας προς τη σκηνή, σκοτώνοντας έναν τεχνικό, τραυματίζοντας θεατές, ενώ ο πρωταγωνιστής γλίτωσε από θαύμα. Το συγκεκριμένο συμβάν ήταν μια τραυματική εμπειρία για τον Βασίλη Αυλωνίτη, αφού δεν μπορούσε να διαχειριστεί αυτό το βάρος που ένιωθε για τον άδικο χαμό του τεχνικού Παναγιώτη Μωραΐτη, ενώ αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που έμεινε μακριά από το θέατρο για κάποια χρόνια.

Τα δυο μεγάλα πάθη της ζωής του

Μολονότι κορυφαίος στο είδος του, ο Βασίλης Αυλωνίτης δεν έκανε ποτέ περιουσία. Και για αυτό ευθύνεται ένα πάθος του. Όσο αγαπούσε το θέατρο, άλλο τόσο αγαπούσε τον τζόγο και τα… άλογα.

Σε δημοσίευμα του «Βήματος» το 1963, περιγράφεται ως ένας από τους πιο τακτικούς θαμώνες του Ιπποδρόμου Φαλήρου. Ο εθισμός του ήταν τέτοιος, που η αγαπημένη φίλη και συμπρωταγωνίστρια στις μεγαλύτερες κινηματογραφικές επιτυχίες του, Γεωργία Βασιλειάδου, τον έπεισε κάποια στιγμή να της δίνει τα χρήματά του για να τα φυλάσσει, προκειμένου να μην τα ξοδεύει. Ο Αυλωνίτης το έκανε για ένα χρονικό διάστημα, αλλά κάποια στιγμή έμεινε ρέστος και της τα ζήτησε. Το αποτέλεσμα ήταν να μαλώσουν και έκτοτε η Βασιλειάδου να τον αποκαλεί «κεφάλα».

Όταν του έλεγαν «βρε Βασίλη, τι την θες την πράσινη τσόχα», εκείνος απαντούσε ότι «ο οφθαλμίατρος μου συνέστησε να βλέπω πράσινο». Πέρα όμως από την όποια πλάκα, το συγκεκριμένο «χόμπι» αποδείχτηκε ιδιαίτερα ακριβό για τον Αυλωνίτη, ο οποίος αναγκάστηκε να παίξει σε αρκετούς ρόλους δυσανάλογους με το ταλέντο του για να “ρεφάρει” την οικονομική ζημιά.

Στην τηλεοπτική εκπομπή «Μηχανή του Χρόνου» η Άννα Φόνσου είχε αποκαλύψει ότι κάποια στιγμή ο Αυλωνίτης την είχε παρακαλέσει να του βρίσκει μικρούς ρόλους στις ταινίες που έπαιζε, γιατί είχε ανάγκη τα λεφτά. «Ήταν κάτι που μου είχε φανεί πολύ αστείο, να με παρακαλάει ένας άνθρωπος που είχα θαυμάσει τόσο πολύ για ένα ρολάκι. Ωστόσο, πράγματι, σε όποιες ταινίες είχα τη δύναμη, έπαιζε και ο Βασίλης», έχει πει η ίδια. Δες ένα αφιερωματικό βίντεο με τις καλύτερες ταινίες του 

Παλιοί συνάδελφοι του μεγάλου ηθοποιού θυμούνται ότι στα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε γίνει αρκετά απόμακρος εξαιτίας αυτού του πάθους. Ίσως αυτός να ήταν και ένας από τους λόγους που ποτέ δεν ασχολήθηκε σοβαρά με την υγεία του λίγο πριν πεθάνει. «Πικραμένος» από τα αγαπημένα του άλογα, αλλά λατρεμένος από τους θαυμαστές του και τους κοντινούς του ανθρώπους…

Την προσωπική του ζωή ο Βασίλης Αυλωνίτης, είχε επιλέξει να την κρατάει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Παρόλα αυτά έλεγαν τότε ότι είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο γυναικείο φύλο, χωρίς όμως να δίνει δικαιώματα, εκτός από μια φορά, που ένα ερωτικό σκάνδαλο κατάφερε να απασχολήσει τον Τύπο της εποχής. Ήταν Νοέμβριος του 1931 και ο ηθοποιός συμμετείχε σε μια επιθεώρηση στο Θέατρο Περοκέ. Τότε ήταν παντρεμένος με μια μπαλαρίνα την Πόπη, που συμμετείχε στον θίασο και τίποτα δεν φαινόταν πως θα μπορούσε να ταράξει την ζωή του ζευγαριού. Λίγες μέρες όμως μετά την πρεμιέρα, ο ηθοποιός άρχισε να παίρνει λουλούδια και ερωτικά σημειώματα από μια «κρυφή» θαυμάστρια. Ο ηθοποιός κλήθηκε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής να καταθέσει την μαρτυρία του και εκείνη τη στιγμή η θαυμάστρια που ως εκείνη την ώρα δεν είχε φανερωθεί, έστειλε ένα αυτοκίνητο να τον παραλάβει και αντί για το σπίτι του, τον μετέφερε στο Ζάππειο, όπου και τον περίμενε.

Ο έρωτας ήταν παράφορος και από εκείνους που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως κεραυνοβόλος και έτσι ο Αυλωνίτης αποφάσισε να αφήσει την σύζυγό του και να ακολουθήσει την γοητευτική χήρα στο Παρίσι. Το δημοσίευμα της εποχής έγραφε για το σκάνδαλο με τον ηθοποιό και την μοιραία άγνωστη συμπληρώνοντας πως η σύζυγος του έλαβε ένα γράμμα που ανέφερε πως: «Η μοίρα, μου έριξε μπροστά μου μια γυναίκα που με λατρεύη, μια γυναίκα που θα με κάνη μεγάλον, μια γυναίκα που θα με χωρίση βέβαια από σένα, αλλά θα με υποστηρίξη. Μην ζητήσεις να μάθης περισσότερα. Γεια σου για πάντα, Βασίλης». Λίγο μετά την σύνταξη του γράμματος ο Βασίλης Αυλωνίτης εγκατέλειπε το λιμάνι του Πειραιά και κατευθυνόταν στην Μασσαλία με την μοιραία γυναίκα που τον διεκδίκησε και τελικά τον κέρδισε.

Ποια σκηνή ταινίας του γύρισαν πάνω από 10 φορές

Ρεσιτάλ ηθοποιίας στην καριέρα του έδωσε αν και σε δεύτερο ρόλο και όχι πρωταγωνιστή, στην «Σωφερίνα»… Ηθοποιοί, τεχνικοί, κομπάρσοι γύρισαν την σκηνή του «Σπανοβαγγελοδημήτρη» πάνω από δέκα φορές μιας και δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα γέλια τους… Η σκηνή στο δικαστήριο με τον πρόεδρο Διονύση Παπαγιαννόπουλο και τον Βασίλη Αυλωνίτη να επαναλαμβάνει τον «Σπανοβαγγελοδημήτρη Νικόλαο του Νικολάου» και να αλληθωρίζει τα μάτια του, ήταν από τις πιο απολαυστικές που έκαναν, όπως έλεγε σε συνέντευξή του ο Αλέκος Σακελλάριος, με αποτέλεσμα να σταματάει το γύρισμα και να ξαναγυρίζουν την συγκεκριμένη σκηνή μέχρι να την βγάλουν εις πέρας.

Τέλος, να σημειωθεί πως παρά το γεγονός πως σήμερα η ταινία «Ο Κλέαρχος η Μαρίνα και ο Κοντός» θεωρείται μία από τις πιο αγαπημένες του Ελληνικού Κινηματογράφου, εντούτοις το 1961 που προβλήθηκε, ο κόσμος δεν την είδε με «καλό μάτι». Η ιδέα πως ένας οικογενειάρχης φλέρταρε συστηματικά και χωρίς ενδοιασμούς με άλλες γυναίκες, πήγαινε κόντρα στα ήθη της εποχής.

Το αστείρευτο χιούμορ του τον συνόδεψε μέχρι τον τάφο, έτσι θα ήθελε και ο ίδιος αν ζούσε και το έβλεπε… Πριν μερικά χρόνια, έβγαζαν από το οστεοφυλάκιο τα οστά Ανθρώπων που δεν υπήρχε ανταπόκριση από συγγενείς να τα βάλουν στο χωνευτήρι. Η παρατηρητικότητα όμως ενός υπαλλήλου που είδε το κουτί με την φωτογραφία να γράφει Βασίλης Αυλωνίτης το παραμέρισαν από τα υπόλοιπα. Στο Β’ Νεκροταφείο των Πατησίων βρίσκεται το μνήμα του που δεν μοιάζει με τα άλλα. Δεν γράφει μονάχα ημερομηνίες, αλλά μια επιγραφή που έχει γίνει θρυλική: «Φάτε φάτε… όλα εδώ μένουν». Πίσω από αυτά τα λίγα, σαρκαστικά λόγια, κρύβεται μια ολόκληρη εποχή, ένας άνθρωπος που χάρισε το γέλιο στους Έλληνες όσο κανείς άλλος και ένας μύθος που θα παραμείνει πάντα ζωντανός και θα μεγαλώσει πολλές γενιές.