Ποτέ δεν αγάπησε την σπουδαία ζωή, τα φώτα, τις φωτογραφίσεις, τις συνεντεύξεις, τα καλάμια, ποτέ δεν μέτρησε σωστά το απύθμενο ταλέντο της… Και όμως, κάποτε το κορίτσι με την “φωνή διαμάντι” ήταν περιζήτητο…Η “Λάιτσα Ντάιμοντ”, όπως την αποκάλεσε κάποτε χαριτολογώντας ο ραδιοφωνικός παραγωγός Ποσειδώνας Γιαννόπουλος, έχει γράψει την δική της ιστορία στο τραγούδι. Μεγάλη ιστορία… “Και Diamond forever να με πει κάποιος δεν με νοιάζει”, έλεγε εκείνη με το χιούμορ που την διέκρινε…
“Νομίζω ότι δεν θα ήθελα άλλο να συνεχίσω, ένας καλλιτέχνης δεν κουράζεται μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά, γιατί κάθε βράδυ πριν βγεις στην πίστα δίνεις εξετάσεις, νομίζω ότι την νύχτα πρέπει να την αφήσω και να ζήσω λίγο για μένα γιατί τα χρόνια περνάνε. Επειδή δεν έχω ζήσει προσωπικές στιγμές σκέφτομαι να κάνω μια περιοδεία και να αποχαιρετίσω τον κόσμο που με αγάπησε. Και άμα λέω κάτι το κάνω” έχει πει σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις της στην ραδιοφωνική εκπομπή “Μουσικό Express” στον ΑΝΤ1 fm και στον Ποσειδώνα Γιαννόπουλο, επιβεβαιώνοντας το 1992 τις φήμες που την ήθελαν να αποσύρεται από το τραγούδι. Απίστευτο! Το είπε και το έκανε… Όμως τα διαμάντια είναι παντοτινά, η φωνή της σώπασε αλλά η αξία της παραμένει αναλλοίωτη ακόμα και σήμερα …

Η Λίτσα Διαμάντη λίγες μέρες πριν κλείσει τα 77 της χρόνια, συγκεκριμένα στις 4 Απριλίου, σε μια σπάνια τηλεφωνική δήλωσή της στο “Πρωινό” του Γιώργου Λιάγκα το πρωί της Δευτέρας 30/3, ενημερώνεται από τους δημοσιογράφους για τον θάνατο της Μαρινέλλας και σοκάρεται… Και ο κόσμος ακούγοντας την φωνή μιας επίσης μεγάλης ερμηνεύτριας, όπως ήταν η Λίτσα Διαμάντη, από την άλλη άκρη του τηλεφώνου να δηλώνει έκπληκτη για την απώλεια της Μαρινέλλας, μοιραία μετατοπίζει την προσοχή του επάνω της, γεννώντας ερωτηματικά… Τι ενόχλησε την Λίτσα Διαμάντη και έκλεισε δυνατά την πόρτα πίσω της; Γιατί μια τόσο μεγάλη τραγουδίστρια στο απόγειο της καριέρας της αποφάσισε να απομονωθεί;…
Από τα πανηγύρια στις μεγάλες πίστες
Από 13 χρόνων με δημοτικούς σε πανηγύρια με ένα ακορντεόν και την ενθάρρυνση της μητέρας της, η μικρή Λίτσα αρχίζει δειλά δειλά να κάνει τις πρώτες της εμφανίσεις. «Πλήγιαζαν οι ώμοι μου από το ακορντεόν και μου έβαζαν σουλφαμιδόσκονη. Τραγουδούσε πολύ ωραία, έλεγαν όσοι με άκουγαν, θα γινόταν καλή ηθοποιός έλεγαν άλλοι– κάτι σαν τη Ρένα Βλαχοπούλου. Όταν κατάλαβε η μάνα μου ότι έχω φωνή είπε “το παιδί μου εγώ δεν θα το αδικήσω”. Έτσι βγήκα στο θέατρο με σοσόνια. Τραγουδούσα δύο τραγουδάκια και μ’ έλεγαν “το παιδί-θαύμα”. Έπαιζα και σε μια ορχήστρα δημοτικής μουσικής”. Η Λίτσα Διαμάντη, κατά κόσμον Ευαγγελία Κοσμίδου, γεννήθηκε σε μια φτωχική οικογένεια στις 4 Απριλίου το 1949 στον Κολωνό, ενώ σε ηλικία τεσσάρων ετών μετακόμισε με τους γονείς της στο Αιγάλεω, όπου τελείωσε το σχολείο. Στα έξι της τραγούδησε για πρώτη φορά σε μια οικογενειακή γιορτή το «Εκεί Ψηλά Στον Αϊ-Λια», ενώ ξεκίνησε να παίζει ακορντεόν από οκτώ χρονών.

Λίτσα Διαμαντή: Έμαθε για τον θάνατο της Μαρινέλλας από τον δημοσιογράφο του Πρωινού (Βίντεο)
Μόλις τελείωσε το Δημοτικό, εμφανίσθηκε με το ακορντεόν, αρχικά σε θερινούς κινηματογράφους, μαζί με τον θρυλικό Αγκόπ και στη συνέχεια σε πανηγύρια, μαζί με δημοτικά συγκροτήματα. Έντεκα χρονών έγραφε στο ημερολόγιό της: “Θέλω να γίνω (καλή) τραγουδίστρια, να βλέπω το όνομά μου στις φωτεινές επιγραφές, να αρέσω και να με χειροκροτεί ο κόσμος”. Στα 13 λες και το Σύμπαν την άκουσε, έκανε το ντεμπούτο της στη δισκογραφία, όπου σε ένα δισκάκι 45 στροφών είπε το πρώτο της τραγούδι με τίτλο “Ένα δειλινό του Απρίλη” στην εταιρεία Ντο-Ρε.
Το 1965, σε ηλικία 16 ετών, ηχογράφησε τις περίφημες «Συννεφιές» του Γιώργου Μητσάκη.
Με μοναδικό επιχείρημα τη φωνή της, ακύρωσε την άποψη των πολλών που ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχουν καλοί τραγουδιστές, αλλά μόνον καλά τραγούδια. Η Λίτσα Διαμάντη, αντιμετωπίζοντας με μια κάποια αψηφισιά το «βιογραφικό» της δεν βγήκε τελικά χαμένη. Καλδάρας, Σπανός, Κατσαρός Μητσάκης, Πάνου, Μαρκέας, Νικολόπουλος, Παπαδημητρίου, Κραουνάκης συνεργάστηκαν μαζί της, ενώ μοιράστηκε το ίδιο μικρόφωνο με τα μεγαλύτερα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού από τον Βοσκόπουλο μέχρι τον Καζαντζίδη. Ο τελευταίος όταν την άκουσε να τραγουδάει δημοτικά τραγούδια, υποκλίθηκε στις φωνητικές ικανότητές της. Η ανάγκη για επιβίωση την ανάγκασε κατά ένα μεγάλο ποσοστό να επιμείνει σε αυτό που ήθελε να κάνει και έτσι, εντελώς τυχαία, σε μια ακρόαση του Μίνωα Μάτσα για τη δισκογραφική εταιρία Minos -που τότε λεγόταν Odeon-Parlofon- ενθουσίασε τον Μίνωα Μάτσα, και μέσα σε τρεις ημέρες υπέγραψε το πρώτο της συμβόλαιο. “Με πήγαν στην Οντεόν – τη σημερινή Μίνως ΕΜΙ – οι άνθρωποι της ορχήστρας. Ήταν ακόμη ο πατέρας ο Μάτσας και τις ακροάσεις έκανε ο συχωρεμένος ο Περιστέρης. Τότε ένας μπουζουξής που πήγαινε για το στούντιο με άκουσε και είπε «αυτή είναι φωνή-διαμάντι!». Έτσι, από Λίτσα Κοσμίδου έγινα Λίτσα Διαμάντη”.
Οι “Συννεφιές” που της άλλαξαν την ζωή!
Έως τότε η Βούλα Γκίκα, η Άννα Χρυσάφη, η Ρία Κούρτη, η Ρένα Ντάλμα αλλά και πολλές άλλες σπουδαίες ερμηνεύτριες, είχαν την πρωτοκαθεδρία στις δεύτερες φωνές και στα ντουέτα. Με το που η Λίτσα Διαμάντη βγήκε στο προσκήνιο, τα πάντα άλλαξαν, μια και η φωνή της θεωρούνταν μοναδική δεύτερη φωνή. Γι’ αυτό, άλλωστε, τη χρησιμοποιούσαν και οι περισσότεροι μεγάλοι ερμηνευτές. Η Καίτη Γκρέυ, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Στέλιος Καζαντζίδης… Ώσπου, τη μεγάλη ευκαιρία τής έδωσε ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Γιώργος Μητσάκης. Ο ίδιος μάλιστα είχε πει: «Είχε ωραία φωνούλα, την άκουσα και της έδωσα τις “Συννεφιές”. Μεγάλο τραγούδι. Τότες, το Λιτσάκι το είχαν όλοι για δεύτερη φωνούλα. Ήταν καλή. Πολύ καλή. Όμως δεν της είχαν δώσει την ευκαιρία να αναδειχθεί. Ώσπου σκέφτηκα: “Ένα τραγούδι είναι, Γιώργο, δώσ’ το και θα σε βγάλει ασπροπρόσωπο”. Όπως και έγινε» έχει πει για εκείνη ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ.
Έχει φάει με το κουτάλι τις μεγάλες πίστες, κάθε φορά όμως που επιστρέφει στην Καισαριανή, στο στέκι του Τσιτσάνη, νιώθει ότι δίνει εξετάσεις. «Το “Χάραμα” έχει μια περίεργη αύρα», λέει η Διαμάντη. «Από τις πρόβες αισθανόμουν ότι τρίζουν τα ντουβάρια. Ο κόσμος έρχεται εδώ για να τραγουδήσει μαζί μας. Νομίζεις ότι τραγουδάς με μια χορωδία τριακοσίων ατόμων».
Λάτρης της ξένης μουσικής και του ισπανικού τραγουδιού η Λίτσα Διαμάντη, επικρίθηκε από πολλούς εκείνη την εποχή για τα εφήμερα σουξέ που υπηρέτησε κάποια στιγμή… “Ναι, γιατί έπρεπε να εξυπηρετώ το γρήγορο και το εύκολο σουξέ. Εκείνη την εποχή αυτό είχαν ανάγκη τα μαγαζιά. Είχα πει τότε το «Εμείς οι δυο πάμε πακέτο» ή το «Δεν παντρεύομαι» του Καρβέλα και ο δίσκος πούλησε εκατό χιλιάδες. “Εγώ θα ζήσω μοναχή σε αυτή την κοινωνία και δεν χωράει στο χω πει συζήτηση καμία… Δεν παντρεύομαι δεν παντρεύομαι και δεν νοικοκυρεύομαι”… Φαντάζεσαι να πήγαινα με αυτά σε μουσικές σκηνές; Εάν πήγαινα από τότε για εμφανίσεις σε μικρούς χώρους, νομίζω ότι το ρεπερτόριό μου θα ήταν εντελώς διαφορετικό”.
Μεγάλη καψούρα ή αντιφεμινιστικός ύμνος; Ιδού η απορία!
1977 η Λίτσα Διαμάντη με το επιτυχημένο και μετέπειτα κλασσικό τραγούδι της “Άσε με να σε αγαπάω” που ήταν στον πρώτο της χρυσό δίσκο με τον ομώνυμο τίτλο, δέχεται αρνητικά σχόλια και ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων μιας και είχε θεωρηθεί τότε “αντιφεμινιστικός ύμνος” για κάποιες γυναίκες, ενώ για άλλες ο ύμνος του έρωτα μιας παρατημένης γυναίκας που αναζητούσε απελπισμένα την αγάπη του συντρόφου της, ο ύμνος της απελπισμένης καψούρας, πουλάει 50.000 αντίτυπα… “Το τραγούδι έλεγε: τι σου ζητάω να είμαι η σκιά σου όπου πας τι σου ζητάω, να είμαι το χώμα που πατάς τι σου ζητάω, άσε με άσε με να σε αγαπάω!” Νομίζω ότι αυτούς που ενόχλησε περισσότερο ήταν αυτούς που τα είχαν περάσει αυτά και δεν ήθελαν να το πουν” έχει δηλώσει η ίδια.
Η Λίτσα Διαμάντη μέσα σε μια εικοσαετία ερμηνεύει όμως μεταξύ πολλών εφήμερων σουξέ και αξέχαστες διαχρονικές επιτυχίες που οι νέες γενιές τις τραγουδάνε μέχρι σήμερα, με πάθος, με λατρεία, με ψυχή… “Εδώ υπάρχει ένας έρωτας μεγάλος” με τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο, “Νύχτα Στάσου”, “Δεν υπάρχει ευτυχία”, “Είσαι μια συνήθεια”…
Επιπλέον, συνεργάστηκε επί σκηνής με πολύ μεγάλους καλλιτέχνες, όπως η Βίκυ Μοσχολιού, ο Στράτος Διονυσίου, η Πόλυ Πάνου, ο Μανώλης Χιώτης, ο Δημήτρης Μητροπάνος, ο Γιάννης Πάριος, η Αλέκα Κανελλίδου, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη και άλλους. Η Λίτσα Διαμάντη υπήρξε το αγαπημένο παιδί πολλών συνθετών κυρίως για το χαμηλό προφίλ που διατήρησε ακόμη και τα χρόνια της μεγάλης δόξας της. Με τον Στράτο Διονυσίου μάλιστα συνεργάζονται σε ένα τραγούδι το “Με λες αγάπη” σε στίχους του Νίκου Λουκά και μουσική του Τάκη Σούκα και κάνουν άλλη μια μεγάλη διαχρονική επιτυχία…
Ανεπανάληπτα θεωρούνται επίσης τα σεγόντα της σε πολλά κλασσικά ελληνικά τραγούδια όπως «Δελφίνι δελφινάκι» και «Μέθυσα κι απόψε», με τον Γιάννη Καλατζή, «Έχει ο θεός» με τον Μπάμπη Τσετίνη, «Πετροβολούσα τη ζωή» με τον Γιάννη Πάριο, αλλά και «Πάρε τα χνάρια μου», «Νυχτερίδες κι αράχνες», «Το ψωμί της ξενιτιάς» και πολλά άλλα τραγούδια με το Στέλιο Καζαντζίδη που την λάτρευε. Τα περισσότερα σεγόντα της η Λίτσα Διαμάντη τα έχει κάνει με τον Γιάννη Πάριο, μιας και οι βελούδινες φωνές τους έδεναν απίστευτα, ταξιδεύοντας νοερά τον ακροατή με την ερωτική χροιά τους.
Η μεγάλη φιλία με τον Γιάννη Πάριο…
Με τον Πάριο εκτός από επαγγελματική συνεργασία είχαν και μια ιδιαίτερη αγάπη και φιλία τόσο με εκείνον όσο και με την πρώτη του γυναίκα την Ντίνα Μαρκοπούλου. Μένουν σε διπλανά σπίτια στο Παλαιό Φάληρο, στην ίδια πολυκατοικία. Τρώνε και πίνουν μαζί. Σε μια κρίση στην σχέση του Πάριου με την γυναίκα του, εκείνη γράφει τους στίχους ενός ερωτικού τραγουδιού για τους δυο, σε μουσική του Λυκούργου Μαρκέα που γίνεται μεγάλη επιτυχία το 1976, τίτλος του τραγουδιού “Και εσύ δεν ήρθες”
Δεκαετία του 90, οι τραγουδίστριες ντυμένες με τουαλέτες και βαριά ρούχα πίστας, σε αντίθεση με το σήμερα που εμφανίζονται σχεδόν γυμνές, δίνουν περισσότερο έμφαση στην φωνή τους παρά στην εμφάνισή τους – και ο κόσμος επίσης… Η Λίτσα Διαμάντη μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αποχής επιστρέφει για μερικές εμφανίσεις στα “Δειλινά” ένα από τα ωραιότερα και μεγαλύτερα παραλιακά μαγαζιά της Αθήνας… Δεν είναι ντυμένη φανταχτερά, το αντίθετο, έτσι και αλλιώς ανέκαθεν της άρεσε το πιο σικάτο ντύσιμο, ακριβό μεν μιας και ψώνιζε από ξένους οίκους μόδας του Λονδίνου, την Ρώμης και το Παρισιού, φοράει συνήθως κουστούμια και φορέματα μέχρι το γόνατο. “Εμένα άμα μου έδειχνες κανένα ρούχο παραφορτωμένο ήταν σα να έδειχνες σε ταύρο κόκκινο πανί” έχει πει για την προτίμηση που είχε στο ντύσιμο…
Εκείνο το βράδυ λοιπόν της επιστροφής της για λίγες εμφανίσεις στα “Δειλινά”, μαζί της συνεργάζονται πολλοί καλλιτέχνες, αλλά γενικά υπάρχει στην ατμόσφαιρα των θαμώνων μέσα στην αίθουσα, μια ανυπομονησία, μιας και ο κόσμος έχει γεμίσει το μαγαζί και δεν πέφτει καρφίτσα περιμένοντας την επιστροφή της. Με το που βγαίνει εκείνη πάνω στην πίστα ο κόσμος σηκώνεται όρθιος και την χειροκροτά για ένα δεκάλεπτο. Η Διαμάντη φανερά συγκινημένη, με μάτια υγρά, κοιτάζει αμήχανα δεξιά και αριστερά χωρίς να μπορεί να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της δημοφιλίας της, δεν το πιστεύει ούτε η ίδια αυτό που συμβαίνει…Ήταν από τις τελευταίες της εμφανίσεις πάνω στην πίστα…Το 2005 ξανατραγούδησε το «Να ’χεις χάρη που σε αγαπώ» στον δίσκο «Απόψε φίλα με», που κυκλοφόρησε από τη Victory με επανεκτελέσεις 12 παλιών λαϊκών τραγουδιών, και αυτή είναι η τελευταία δισκογραφική δουλειά της, ενώ στην τηλεόραση εμφανίστηκε για τελευταία φορά στην εκπομπή της Σεμίνας Διγενή «Κοίτα τι έκανες».
Όνειρο ζωής της ήταν να πει κάτι από τον Μάνο Χατζιδάκι – έστω ένα ρεφρέν δικό του. Όταν ήταν μικρή είχε πει το «Χάρτινο το φεγγαράκι» με συνοδεία ενός πιάνου. Δεν το κατάφερε ποτέ… “Κάποτε, περιμένοντας στο αεροδρόμιο, τον είχα δει και μου είπε – να είναι καλά εκεί που είναι – «Εσύ είσαι πολύ ωγαία τγαγουδίστγια και θα σου δώσω δύο τγαγούδια μου». Μετά χάθηκε. Αλλά ήταν ωραία στιγμή” έχει πει η ίδια περιγράφοντας με χαριτωμένο τρόπο την συνάντησή τους μιας και μεγάλος δημιουργός δεν μπορούσε να πει καθαρά το ρ.
Οι επιχειρήσεις της “γκρεμίζουν” Αθήνα και Μύκονο
“Κατά βάθος ήμουνα και ροκού” έχει πει η Λίτσα Διαμάντη όταν την ρώτησαν ποια άλλη μουσική ακούει, όμως εκείνη, την δεκαετία του 80, επεκτείνοντας τις επαγγελματικές της δραστηριότητες γίνεται ιδιοκτήτρια δυο μεγάλων ντίσκο, της Paramount στο Κολωνάκι και της Marquise στην Μύκονο. Από τα μαγαζιά της περνάει όλη η κοσμική και καλλιτεχνική Αθήνα, εφοπλιστές, επιχειρηματίες, οι πάντες. Πολύ πρωτοποριακό για εκείνη την εποχή γυναίκα καλλιτέχνης να ασχολείται και με επιχείρηση, η Διαμάντη όμως επένδυσε τα λεφτά της από τις πίστες σε μαγαζιά και το ρίσκο της πέτυχε. Άλλωστε τότε ήταν η χρυσή εποχή της ντίσκο μουσικής και στις γειτονιές του Κολωνακίου, ήταν η καρδιά της αφρόκρεμας, όπου σύχναζαν γόνοι καλών οικογενειών, πλούσιοι επιχειρηματίες, γαλαζοαίματοι, μόδιστροι, μοντέλα, φωτογράφοι, φανταχτεροί και φυσικά σνομπ. Δυο ήταν τα μαγαζιά της Λίτσας Διαμάντη – και χλιδάτα, με πρώτο και καλύτερο το Paramount, στην μικρή οδό Αλεξάνδρου Σούτσου. Μάνατζερ του μαγαζιού και η πιο αυστηρή «πόρτα» της Αθήνας ήταν ο θρυλικός Γιάννης Κλεισούρας, απίστευτη μορφή της εποχής και της νύχτας και κολλητός φίλος της τραγουδίστριας.
Το Paramount ήταν ένα μικρό σχετικά υπόγειο, διακοσμημένο σε μαύρους και χρυσαφένιους τόνους. Στα πικ-απ ζωγράφιζε ο γνωστός φωτογράφος και στυλίστας Τάκης Τσαντίλης. Σύχναζε εκεί όποιος ήταν… κάποιος εντός και εκτός συνόρων. Αν άνοιγε η πόρτα για να περάσεις, έπρεπε να θεωρείς τον εαυτό σου πολύ τυχερό.
Η Λίτσα Διαμάντη λατρεύει όμως και την Μύκονο με τα πάρτι της και τα ατελείωτα ξενύχτια μέχρι το πρωί, αγναντεύει το απέραντο γαλάζιο από το υπέροχο σπίτι της που έχει χτίσει στον Άγιο Στέφανο και κάνει μυθικές βραδιές με φίλους και γνωστούς της που έρχονται στο νησί και τους φιλοξενεί. Αφήνοντας πίσω της την παραμυθένια ζωή και την ξέφρενη διασκέδαση, η Λίτσα Διαμάντη το πρώτο πράγμα που έκανε στην συνέχεια ήταν να πουλήσει το σπίτι της στην Έλντα Πανοπούλου με την οποία κάνουν στενή παρέα μέχρι σήμερα…
Όταν η Διαμάντη και ο Πάρος “έσβησαν” τον Ρουβά
Γυμνάζεται, φροντίζει τον εαυτό της και την φωνή της, η Διαμάντη ακροβατεί ανάμεσα στο ξενύχτι και στην υγιεινή ζωή, δεν πίνει και δεν καπνίζει για να μην ενοχληθούν οι φωνητικές της χορδές τις οποίες προσέχει ιδιαίτερα με μαθήματα και μέρες αφωνίας ακόμα και σήμερα που δεν τραγουδάει πια. Τα χρόνια περνάνε και όταν εκείνη αισθάνθηκε ότι η φωνή της αρχίζει να την προδίδει και να κουράζεται σταματά… Στα κέντρα που πηγαίνει πλέον ως πελάτισσα – και όχι για να εργαστεί – αρνείται ευγενικά όταν της δίνουν το μικρόφωνο, απογοητεύοντας τους θαυμαστές της που ξέρουν ότι άμα το πιάσει στα χέρια της, θα τρίζουν και τα πατώματα από το διαμαντένιο μέταλλο της φωνής της. Μοναδική εξαίρεση, όταν συναντιέται ένα βράδυ σε διαφορετικά τραπέζια με τον Γιάννη Πάριο στα “Δειλινά” με σχήμα Ρουβά – Γαρμπή την χρονιά που ο Ρουβάς είχε βάλει την φούστα του Valentino και γίνεται σκοτωμός στο μαγαζί. Η Γαρμπή βλέποντας τους δυο θρύλους από κάτω τους δίνει το μικρόφωνο και εκείνος πετώντας ένα “Λίτσα I Love you” και εκείνη “Me too John” απλώνουν τις φωνάρες τους και αρχίζουν τα ντουέτα μέχρι το πρωί. Ο Ρουβάς και η Γαρμπή απλά αποχαιρέτησαν τον κόσμο και την μέρα που ξημέρωνε…
Από τότε και μετά η Λίτσα Διαμάντη σιγά σιγά αποστασιοποιείται και από τις εμφανίσεις της σε μαγαζιά με συναδέλφους της που δεν θέλει να την φέρνουν σε δύσκολη θέση και να της δίνουν το μικρόφωνο να τραγουδά…
Από τα ψηλά στα χαμηλά
Η Λίτσα Διαμάντη έβγαλε πολλά χρήματα μιας και για πολλά χρόνια ήταν ένα από τα πρώτα ονόματα στις πίστες και από τις πιο ακριβοπληρωμένες τραγουδίστριες. Όμως η κακοδιαχείριση, όπως έλεγαν οι κακές γλώσσες, η οικονομική κρίση που βαράει αλύπητα τα ελεύθερα επαγγέλματα, την αναγκάζουν να πουλήσει ακίνητα και επιχειρήσεις και να βρεθεί σχεδόν στον άσο. Σήμερα, η τραγουδίστρια έχει κρατήσει τα απαραίτητα, μένει στο κέντρο της Αθήνας, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Αν και το χόμπι της ήταν τα ταξίδια έως και πριν από μερικά χρόνια, πλέον τα έχει σταματήσει και αυτά και προτιμάει τις εξόδους της σε μικρά ταβερνάκια με καλή παρέα σε διάφορες περιοχές.
Πριν μερικά χρόνια, οι προτάσεις για επανεμφάνισή της ήταν πολλές, αλλά είχε αποφασίσει να αποσυρθεί, με άτομο από το περιβάλλον της να επισημαίνει ότι: «ήξερε πότε να φύγει με αξιοπρέπεια, αν και η φωνή της ήταν σαν γάργαρο νερό».
Ο άγνωστος έρωτας και η σχέση με τον επιχειρηματία Κώστα Γερογιάννη
Η προσωπική ζωή της μεγάλης τραγουδίστριας ήταν πάντα στην αφάνεια… Αυτό που δεν γνώριζε σχεδόν κανείς είναι πως η Λίτσα Διαμάντη σε αρκετά μικρή ηλικία ερωτεύτηκε έναν άντρα που σήμερα είναι ένας διάσημος και αναγνωρίσιμος Έλληνας συνθέτης και δεν είναι άλλος από τον Χρήστο Νικολόπουλο, όμως ποτέ οι δυο τους δεν είχαν τίποτα περισσότερο από επαγγελματικές σχέσεις. Περνώντας τα χρόνια ήρθε πιο κοντά, συντροφικά με τον παλιό καλό της φίλο επιχειρηματία Κώστα Γερογιάννη με τον οποίο οι φήμες έλεγαν ότι παντρεύτηκαν. Τελικά το κορίτσι που χτύπαγε το πόδι κάτω και έλεγε «δεν παντρεύομαι» πάτησε τον όρκο και έβαλε την βέρα…
Οι δυο τους γνωριζόντουσαν άλλωστε από παλιά και μια μεγαλύτερη οικειότητα την είχαν.
Η μεγάλη Διαμαντη έμενε με τον σύντροφο της και δεν την ένοιαζε τίποτε άλλο, είχε… μελετήσει πότε θα αποσυρθεί, για να μείνει στις καρδιές όλων μας ως μια μεγάλη φωνή! Μάλιστα είχε να εμφανιστεί δημόσια από το 2009 και τη συναυλία στο Καλλιμάρμαρο προς τιμήν του Στέλιου Καζαντζίδη.
Τη λάτρεψαν οι συνθέτες, της χάρισαν από τα ωραιότερά τους τραγούδια κι εκείνη μίλησε στην καρδιά του κόσμου με τη φωνή της τραγουδώντας τα. Η Λίτσα Διαμάντη, η λαϊκή ερμηνεύτρια με το χαμηλό προφίλ, που έκανε μία καριέρα γεμάτη επιτυχίες από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 έως τα τέλη της δεκαετίας του ’90, αποσύρθηκε στο απόγειο της καριέρας της, αφήνοντας πίσω την λαμπερή ζωή και τα φώτα και κλείνοντας την πόρτα στην μιζέρια και στην τοξικότητα που τόσο σιχαίνεται. Κάνει παρέα με ελάχιστους ανθρώπους και είναι η ψυχή της δικής της συντροφιάς που απαρτίζεται από έναν έως κανέναν επώνυμο. Έχει προτιμήσει άλλωστε να κρατά χαμηλό προφίλ. Και γι’ αυτό όσοι την ξέρουν καλά, μιλούν για έναν άνθρωπο που ποτέ δεν έδωσε δικαιώματα και της άρεσε πάντα να εκφράζεται μέσω της δουλειάς της.
Της αρέσει να διαβάζει και να ακούει καλά ποιοτικά τραγούδια, ενώ δεν έχει μείνει ανεπηρέαστη από την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μας. Γι’ αυτό το μόνο που εύχεται είναι να ξεπεραστούν οι δύσκολες μέρες που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες. Η πορεία της Λίτσας Διαμάντη στο χώρο και η λαμπρή καριέρα της την έχει καθιερώσει εδώ και 40 τουλάχιστον χρόνια σαν μία από τις μεγαλύτερες Ελληνίδες τραγουδίστριες στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού αλλά και όχι μόνο. Πάντως, ποτέ δεν έβγαλε το τραγούδι από τη ζωή της και γι’ αυτό της αρέσει να βλέπει νέα ταλέντα να κάνουν τις πρώτες τους προσπάθειες στο χώρο. Δεν θα έλεγε ποτέ σε κανέναν να μην δοκιμάσει τις δυνάμεις του στο επάγγελμα, αλλά, θεωρεί, όπως και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες, ότι είναι προτιμότερο να έχουν και εναλλακτικές μιας και τα ποσοστά ανεργίας είναι ιδιαίτερα υψηλά.
Τελευταία της εμφάνιση πριν από 7 χρόνια περίπου, μιας και δεν μπόρεσε να αρνηθεί την πρόσκληση του φίλου της, θεατρικού παραγωγού Ηλία Μαροσούλη και πήγε να δει από κοντά στο θέατρο Άλσος την παράσταση «Το Δικό μας Σινεμά»… Έκτοτε δεν την είδαμε ποτέ ξανά… Απομονωμένη στον δικό της κόσμο η Διαμαντη θα μείνει στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού σαν το διαμάντι της δισκογραφίας και ναι! «Diamonds are forever».


">
">
">
">
">
">
">