Μια ιστορία τελειώνει, ένας κύκλος κλείνει, οι 17 Κλωστές του Star ρίχνουν αυλαία την Κυριακή 8/12 και το Youweekly.gr ξέρει από τώρα τι θα συμβεί στο τελευταίο επεισόδιο! Ο Αντώνης προσπαθεί να θάψει το σώμα της Δέσποινας, αλλά όλοι του γυρίζουν την πλάτη. Για να τους εκδικηθεί, παίρνει ένα μαχαίρι και σκορπά τον θάνατο στο χωριό. Η Αννα προσπαθεί να τον προσεγγίσει, αλλά πλέον είναι αργά.
Η Δέσποινα Γερακίτη είναι νεκρή στο σπίτι της. Ο Αντώνης μετά το πρώτο σοκ τρέχει στον παπα-Αλέξη. «Η μάνα μου. Εχασα τη μάνα μου», του λέει με τρόμο και ο παπάς τον ρωτάει: «Μήπως της έκανες κάτι εσύ Αντώνη παιδί μου; Δεν ξέρω…». «Τι δεν ξέρεις;», τον ρωτάει ο Αντώνης και συνεχίζει: «Θα έκανα κακό στη μάνα μου; Μου έκλεισαν όλοι τις πόρτες. Τρέξε, πρέπει να την ετοιμάσουμε». Ο παπάς τού ορκίζεται πως όλα θα γίνουν όπως πρέπει και ο Αντώνης φεύγει ήσυχος για το σπίτι του. Εκεί που η μητέρα του στέκει πεσμένη.
Ομως, οι ώρες περνούν χωρίς ο παπάς να κάνει την εμφάνισή του και αυτό γιατί η παπαδιά θεωρεί πως η γυναίκα αυτοκτόνησε και είναι αμαρτία να τη θάψει. «Μην πάρεις πρωτοβουλία και τη διαβάσεις. Πάρε πρώτα εντολή από τον δεσπότη», του λέει. Στο μεταξύ ο Θανάσης πηγαίνει στο σπίτι της Αννας για να τη δει και ανακοινώνει σε όλους πως η Δέσποινα Γερακίτη είναι νεκρή. Η Αννα, χωρίς να πει κουβέντα, φεύγει από το τραπέζι και τρέχει στο σπίτι του Αντώνη. «Γάμο θα κάνανε. Δεν έγινε και τίποτα να πάει να τον συλλυπηθεί», λέει στον Θανάση που τον βλέπει να αντιδρά με την ξαφνική φυγή της.
Σοκαριστές εξελίξεις στο τελευταίο επεισόδιο 17 Κλωστές!
Οσο ο Αντώνης στολίζει με λουλούδια το πτώμα της μητέρας του στο πάτωμα του σπιτιού του καπνίζοντας, η Αννα στέκει έξω από την πόρτα του και του φωνάζει να της ανοίξει. «Αντώνη άνοιξέ μου. Θέλω να βεβαιωθώ πως είσαι καλά», του λέει αλλά τελικά αποφασίζει να φύγει, γιατί μια έντονη οσμή από το άψυχο σώμα φτάνει στη μύτη της.
Ο καιρός αρχίζει να χαλάει, μια τρομερή κατσιφάρα έχει αρχίσει να απλώνεται σε όλο το νησί και η Αννα αργεί να επιστρέψει σπίτι της. Οταν μετά από ώρες καταφέρνει από τη στενοχώρια να διαβεί την πόρτα του παλιού αρχοντικού, ο πατέρας της τής λέει: «Ντρέπομαι που σε έχω κόρη μου. Δεν σέβεσαι τον αρραβωνιαστικό σου ούτε τους γονείς σου». Εκείνη χωρίς οίκτο τον ρωτάει: «Τελείωσες τώρα; Μπορώ να φύγω;», και ο Νικήτας χάνει τον έλεγχο. Τη χαστουκίζει τόσο δυνατά που όλοι κρατούν την ανάσα τους.
Στο μεταξύ, ο Αντώνης στέκεται στο πάτωμα, πολύ κοντά στη Δέσποινα και μιλάει μόνος του. «Θα τον πάρει ο διάολος μάνα. Δεν ήρθε ο παπάς. Θα σου φέρω παπά από άλλο χωριό για να σε θάψει. Ετσι μου έρχεται να πάρω έναν τενεκέ πετρέλαιο να τους κάψω όλους, να ησυχάσω μάνα», της λέει κι εκείνη εμφανίζεται δίπλα του.
«Να το κάνεις. Να πας στα Πιτσινιάνικα, να φας τον Ζάδη πρώτα, αυτός τα φταίει όλα. Μετά τον Σκαλέρη και την τσούλα τη γυναίκα του. Και τον παπά που με άφησε άθαφτη. Και τη Ρόζα, και την Αννα και τον αρραβωνιάρη της», του λέει και ο Αντώνης αντιδρά: «Οχι την Αννα». Η κατσιφάρα έχει «μπει» στο χωριό για τα καλά, με αποτέλεσμα όσοι κυκλοφορούν έξω να βλέπουν με δυσκολία, ενώ την ίδια στιγμή έχουν ξεκινήσει και οι Πανκυθηραϊκοί Αγώνες. Αντρες τρέχουν στο χωριό ενώ ο Αντώνης, που έχει οπλίσει το χέρι του με ένα μαχαίρι, φεύγει με κατεύθυνση το καμπαναριό. Εκεί, όταν φτάνει, χτυπάει την τεράστια καμπάνα, ο κόσμος μαζεύεται και ο Αντώνης ξεκινάει το έργο του.
Τα δύο του πρώτα θύματα θα είναι δύο κοριτσάκια. Ολοι ζητούν βοήθεια και τρέπονται σε φυγή. Εκείνοι που είδαν τη μορφή του, παρά την κατσιφάρα μιλούν στον αστυφύλακα κι εκείνος δίνει διαταγή να τον συλλάβουν. Ο Αντώνης επιστρέφει σπίτι έχοντας σκοτώσει 15 άτομα και μιλάει στη μάνα του που είναι νοητά στο πλευρό του: «Τους εκδικήθηκα μάνα. Ευχαριστημένη; Αυτό δεν ήθελες; Τον Ζάδη δεν τον βρήκα. Συγγνώμη», της λέει.
Η Αννα ξυπνά με τρόμο

«Λεπτός με μουστάκι και πυκνά φρύδια. Αυτός ήταν! Θα είναι δύσκολο να τον βρούμε μέσα στην ομίχλη», λένε οι κάτοικοι του χωριού μεταξύ τους κι εκείνη την ώρα η Αννα ξυπνά έντρομη. Οταν λίγο αργότερα οι δικοί της τής πουν ότι κάποιος σκότωσε γυναίκες και παιδιά θα συγκλονιστεί.
Η πόρτα του σπιτιού του Αντώνη ανοίγει διάπλατα και αστυφύλακες τον συλλαμβάνουν για το κακό που έκανε. Εκείνος τους λέει: «Δεν έκανα εγώ το κακό, εγώ το διόρθωσα», αλλά δεν καταφέρνει τίποτα. Λίγα σπίτια πιο μακριά, ο Τζώρτζης λέει στην Αντζολέτα: «Αν δεν σπάσει τα ντουβάρια ο κόσμος για να τον λιντσάρει, τυχερός θα είναι». Εκείνη αντιδρά λέγοντάς του: «Βούλωσ’ το πια. Είπα σκάσε. Δεν αντέχω να σε ακούω ούτε να σε βλέπω», ενώ λίγο αργότερα που ο Αντώνης θα περνάει με δεμένα χέρια συνοδεία αστυφυλάκων στον δρόμο, η γυναίκα του Σκαλέρη θα τρέξει να τον κοιτάξει στα μάτια για να του πει τη δική της «συγγνώμη». Εκείνη προσπαθεί να τον φτάσει και ο κόσμος τού πετάει ό,τι μπορεί για να του κάνει κακό.
Στη φυλακή ο μόνος που τον επισκέπτεται είναι ο φίλος του, ο Δημήτρης. «Αυτή τη φορά λένε αλήθεια Αντώνη; Σκότωσες 16 αθώους; Στο έλεγα να κόψεις το τσιγάρο, θα σου φάει το μυαλό, αλλά δεν με άκουγες. Στον Θεό τι θα πεις; Στους γονείς σου όταν τους συναντήσεις;», τον ρωτά και ο Αντώνης απαντά: «Να με θυμούνται παιδάκι, αυτό θα τους πω. Γιατί όλοι μου φέρθηκαν σκάρτα».
Το νήμα της δικής του ζωής θα κόψει απότομα, λίγες ώρες μετά, ο άντρας που θα πάει να τον ξυρίσει, πριν την ώρα της θανατικής του ποινής. Το αίμα του Αντώνη κυλά κι εκείνος «βουτάει» σε αναμνήσεις που θα ήθελε να έχει από μια ευτυχισμένη ζωή στο πλευρό της Αννας, μετά τον γάμο τους…
Ο παπάς πυροβολεί τον Αντώνη
Στην προσπάθειά του να τον σταματήσει, ο παπα-Αλέξης πυροβολεί τον άντρα από ένα ψηλό σημείο του χωριού, αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι απλώς να τον τραυματίσει. Ο Αντώνης δεν θα σταματήσει να σκορπάει γύρω του τον θάνατο, θέλοντας να εκδικηθεί έτσι για το κακό που του έκαναν όταν τον κατηγόρησαν για απόπειρα βιασμού. Ομως, δεν τον σταματάει τίποτα και κανένας. Περήφανος για το έργο του, δεν θα σταματήσει να κόβει «κλωστές» μέχρι να σιγουρευτεί πως όσοι τον κακολόγησαν δεν ζουν πλέον.


">
">
">
">
">
">
">