Σήμερα Πέμπτη 05/12 ξεκίνησε η δίκη του Πέτρου Φιλιππίδη για τις δύο απόπειρες βιασμού για τις οποίες κατηγορείται. Ο κατηγορούμενος έφτασε στο Εφετείο Αθηνών παρουσία της συζύγου του, Ελπίδας Νίνου – δείτε εδώ φωτογραφίες από τη δίκη.
Σύμφωνα με πληροφορίες από το Πρώτο Θέμα, η πρώτη υπόθεση που εξετάστηκε αφορούσε στην καταγγελία μιας ηθοποιού η οποία καταγέλλει τον ηθοποιό για την απόρειρα του βιασμού της το 2010 στο καμαρίνι της στο Θέατρο «Μουσούρη». Η 42χρονη κράτησε την ταυτότητά της μυστική, καθώς είναι μητέρα δύο παιδιών και δεν ήθελε να στιγματίσει την καριέρα της στον χώρο.
Όσα δήλωσε η 42χρονη για τον Πέτρο Φιλιππίδη
Κατά το ίδιο ρεπορτάζ, η καταγγέλουσα περιέγραψε λεπτομερώς τόσο την γνωριμία της με τον ηθοποιό λέγοντας πως εκείνος ήθελε να γίνει ο μέντοράς της, όσο και την ίδια την απόπειρα στην οποία ο Πέτρος Φιλιππίδης φέρεται να προέβη εναντίον της.
«Κάποια στιγμή το 2010, ο πατέρας μου είχε ένα μακρινό συγγενή και μέσω αυτού έφτασε ένα βιογραφικό μου στα χέρια του κ. Φιλιππίδη (…). Ο άνθρωπος αυτός μου είπε ότι επειδή “ο Πέτρος είναι περίεργος θα του πω ότι είσαι ανιψιά μου για να σε προσέξει”. Εγώ δεν ήξερα τίποτα για εκείνον μέχρι τότε», δήλωσε αρχικά η 42χρονη.
«Έφτασα στο θέατρο “Μουσούρη” μου άνοιξε εκείνος. Ξαφνιάστηκα όταν τον είδα. Φορούσε ένα φανελάκι. Τον ακολούθησα. Δεν ήξερα αν είχε κόσμο ή όχι το θέατρο. Ήδη, αισθανόμουν άβολα που φορούσε το φανελάκι. Μπήκα στο καμαρίνι του, κάθισα στον καναπέ. Μου ζήτησε να βγάλω το παλτό μου. Μου είπε “βγάλε το παλτό σου και έλα εδώ”. Πήγα και έβαλε το χέρι του στα οπίσθιά μου και με κάθισε στα γόνατα του. Αυτομάτως πετάχτηκα. Έκανα στα ψέμματα ότι χτυπάει το κινητό μου σε δόνηση. Εκείνη τη στιγμή δεν πήγαινε το μυαλό μου στο τι θα επακολουθούσε.

Έκανα ότι μιλάω με τη μητέρα μου και του είπα “πρέπει να φύγω γιατί με χρειάζεται”. Μου απάντησε “κάτσε, κάτσε και θα φύγεις”. Όπως έκατσα στον καναπέ σηκώθηκε κάθισε δίπλα μου και μου όρμηξε. Άρχισε να με φιλάει και να με γλείφει στο λαιμό. Του ζήτησα να σταματήσει και του έλεγα ότι δεν αισθάνομαι καλά. Κατά τη διάρκεια αυτής της επίθεσης μου έλεγε και διάφορα χυδαία λόγια με μια βαθιά φωνή, μπάσα. Με πόναγε πια, με είχε καθηλώσει στο καναπέ. (…) Κάποια στιγμή είδα ότι είχε κατεβάσει το παντελόνι του, είδα τα γεννητικά του όργανα. Ανέβηκε πάνω μου. Έβγαλε το φανελάκι που φορούσε και τράβηξε το κολάν μου, το κατέβασε μαζί με το εσώρουχό μου. Μου άνοιξε τα πόδια και ήταν η πρώτη φορά που προσπάθησε να ολοκληρώσει αυτό που είχε στο μυαλό του. Τον απώθησα και στην προσπάθειά μου να σηκωθώ χτύπησα το πόδι μου. Ήρθε πίσω μου και ακούμπησε το μόριο του στο γυμνό κομμάτι του σώματος μου.
Κατάφερα να φτάσω στην πόρτα, φώναζα και χτυπούσα την πόρτα. Μου είπε “μη φωνάζεις τσάμπα δεν είναι κανείς εδω”. Τον παρακαλούσα να μου ανοίξει την πόρτα. Έκατσε στο μπουντουάρ του και ήταν φανερό ότι είχε παραιτηθεί από αυτό που ήθελε να κάνει. Εγώ ήμουν στη πόρτα και φώναζα. Ήρθε κοντά μου και μου είπε: “Εγώ όπως μπορώ να σε φτιάξω μπορώ και να σε καταστρέψω”. Μου άνοιξε τελικά την πόρτα (…). Έφυγα τρέχοντας από την πόρτα που μπήκα. Περπάταγα για ώρα χωρίς να ξέρω πού πήγαινα. Πήρα τη φίλη μου τη Β. και ήρθε και με βρήκε. Είδε σημάδια στο λαιμό μου. Της είπα τι είχε γίνει. Ούτε για μια στιγμή δε σκεφτήκαμε να το καταγγελουμε», δήλωσε η καταγγέλουσα στην μαρτυρία της.
Όπως είπε στην συνέχεια η 42χρονη, δεν σκέφτηκε να μιλήσει νωρίτερα, ούτε να κινηθεί δικαστικά διότι τότε βρίσκονταν στην ηλικία των 27 χρονών και δεν θεωρούσε ότι θα την πιστέψουν, αλλά δεν ήθελε να σοκάρει και τους δικούς της ανθρώπους. Τέλος, σημείωσε πως μετά και από κίνημα #Metoo, πήρε την απόφαση να κινηθεί νομικά για να πληροφορήσει και να μην υπάρξουν άλλα θύματα.


">
">
">
">
">
">
">