Ο δικηγόρος των φερόμενων ως θυμάτων στην υπόθεση του Δημήτρη Λιγνάδη, μίλησε το πρωί της Δευτέρας στην εκπομπή T-Live και μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στη μέθοδο που ακολουθούσε ο σκηνοθέτης για να αποπλανεί τα θύματά του.

O Ιωάννης Βλάχος εκπροσωπεί δύο από τους μηνυτές του Δημήτρη Λιγνάδη και στις νέες δηλώσεις του, λίγο καιρό μετά τα ευρήματα της αστυνομίας στο σπίτι του σκηνοθέτη, αναφέρθηκε στις κινήσεις του για να έρθει σε επαφή με τα θύματά του.

Η μέθοδος του Δημήτρη Λιγνάδη

Ο κ. Βλάχος είπε χαρακτηριστικά: «Αποδεικνύεται από αυτό το υλικό που ήρθε δημοσιογραφικά στο φως της δημοσιότητας ότι καρμπόν δεν ήταν οι μηνύσεις, αλλά η μέθοδος προσέγγισης, η οποία σε σειρά πολλών ετών είναι σχεδόν πανομοιότυπη.

Δηλαδή ακολουθείται μία μεθοδολογία, είναι η προσέγγιση, η παραπλάνηση, η αποπλάνηση. Η προσέγγιση, ειδικά στα θύματα, που γινόταν σε δημόσιο χώρο, όπως στις περιπτώσεις που εκπροσωπώ εγώ ο ίδιος ήταν δημόσια, μετά ακολουθούσε η παραπλανητική υπόσχεση και μετά η αποπλάνηση που ήταν η ολοκλήρωση της πρόθεσης. Αποδείχτηκε λοιπόν ότι οι δικαστές γνώριζαν και πολύ ορθώς αποφάσισαν».

Στο «φως» η δικογραφία από την υπόθεση του 1984

Η εφημερίδα «Μπαμ στο ρεπορτάζ», έφερε στο «φως» τη δικογραφία που είχε συνταχθεί το 1984 για τον Δημήτρη Λιγνάδη, η οποία σήμερα, 37 χρόνια μετά έρχεται και πάλι στην επικαιρότητα μετά τις νέες καταγγελίες που έγιναν σε βάρος του σκηνοθέτη.

Όπως γράφει ο Στάθης Μπαλτάς στο «Μπαμ», στις 3 Οκτωβρίου 1984 ένας δεκατετράχρονος μαθητής (ο Δ.Π.) πηγαίνει, τρέχοντας, σπίτι του και καταγγέλει στην μητέρα του ότι του επιτέθηκε σεξουαλικά ένας μεγαλύτερος άντρας, ηλικίας 20 ετών, θέμα που ήρθε στο φως της δημοσιότητας λίγες μέρες μετά τη κατάθεση του δεύτερου φερόμενου ως θύματος.

Λίγη ώρα αργότερα μάνα και γιος βρίσκονται στο Αστυνομικό Τμήμα στρεφόμενοι, μέσω έγκλισης, κατά ενός εικοσάχρονου φοιτητή φιλολογίας, σπουδαστή της δραματικής σχολής του εθνικού θεάτρου. Λίγη ώρα αργότερα ο φερόμενος ως θύτης συλλαμβάνεται. Πρόκειται για το Δημήτρη Λιγνάδη! Τρία χρόνια μετά και συγκεκριμένα στις 24 Σεπτεμβρίου 1987 υπόθεση φτάνει στο ακροατήριο.

Στο εδώλιο κάθεται ο 23χρονος, τότε, Δημήτρης Λιγνάδης, ο οποίος κατηγορείται για το αδίκημα της αποπλάνησης παιδιού. Ενώπιον των τακτικών δικαστών προσέρχεται η μητέρα του ανήλικου η οποία δηλώνει ότι ανακαλεί την έγκληση!

Το δικαστήριο, τηρώντας το νόμο, παύει οριστικά την διώξη. Ο νεαρός Λιγνάδης αφήνεται ελεύθερος, με λευκό ποινικό μητρώο. Τα επόμενα χρόνια η επαγγελματική του ανέλιξη και η σταδιοδρομία είναι ραγδαία. Σήμερα, 37 χρόνια μετά το μακρινό 1984, ο προφυλακισμένος, πλέον, πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου βρίσκεται αντιμέτωπος και πάλι με τον εφιάλτη καταγγελιών όχι για αποπλάνηση, αλλά για βιασμό ανηλίκων.

Η συγκεκριμένη υπόθεση, η οποία μάλιστα μνημονεύθηκε και από το βούλευμα (υπ.αριθμ. 652/2021) του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, στο οποίο γίνεται λόγος ότι ο Λιγνάδης «επί σειρά ετών, τουλάχιστον από το 1984, οπότε χρονολογείται σήμανση του για δική μας σχετιζόμενο με την γενετήσια ελευθερία σε βάρος ανηλίκου και ως το 2015», δεν έχει ποινική, αλλά ιστορική σημασία.

Και αποδεικνύεται ιδιαίτερα διδακτική σε ό,τι αφορά τους τρόπους που φέρονται να χρησιμοποιούσε ο ηθοποιός προκειμένου να «αλιεύσει» τα φερόμενα θύματά του και να ικανοποιήσει τις γενετήσιες επιθυμίες του, αλλά και τον τρόπο που αντιμετώπιζε, τότε και τώρα, τις σοβαρές κατηγορίες. Με πλήρη άρνηση και τον ισχυρισμό περί ασύστολων ψευδών από μέρους του μηνυτή, φτάνοντας στο σημείο για το περιστατικό του 1984 να ισχυριστεί ότι το φερόμενο ως θύμα μπέρδεψε τα φανταστικά περιστατικά με τα πραγματικά.