Υπάρχει μια αλήθεια που η τηλεόραση δείχνει να αρνείται πεισματικά να αποδεχτεί: ο κόσμος έχει κουραστεί, έχει κουραστεί βαθιά, ψυχικά και συναισθηματικά. Κουράστηκε να ξυπνά με άγχος, να πίνει καφέ με καταστροφή και να τελειώνει τη μέρα του με φόβο, θυμό και αδιέξοδο. Κι αυτή η κούραση αποτυπώνεται πιο καθαρά στα νούμερα τηλεθέασης, καθημερινά.

Οι πρωινές και ενημερωτικές εκπομπές μοιάζουν να παίζουν καθημερινά το ίδιο έργο. Ίδιες θεματολογίες, ίδιος τόνος, ίδιες βαριές λέξεις. Έγκλημα, ακρίβεια, κρίση και αγανάκτηση. Ένα συνεχές «κακό νέο» που παρουσιάζεται ως… υποχρεωτική κατανάλωση. Σα να πρέπει ο τηλεθεατής να αποδείξει ότι είναι «ενεργός πολίτης» μόνο αν αντέχει να βλέπει δυσάρεστες ειδήσεις από το πρωί μέχρι το βράδυ.

Όμως ο τηλεθεατής δεν είναι πια εκεί

Δεν είναι ότι δεν τον νοιάζει η πραγματικότητα. Είναι ότι την ζει ήδη στο πετσί του. Κι όταν ανοίγει την τηλεόραση, δεν ζητά άλλη μια υπενθύμιση του πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα. Ζητά μια ανάσα. Ένα διάλειμμα. Κάτι πιο ανθρώπινο.

Γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το κοινό στρέφεται – ξανά και ξανά – σε σειρές όπως Το σόι σου, το Μπαμπά σ’ αγαπάω, τις Οικογενειακές ιστορίες… Σειρές που δεν υπόσχονται μεγάλες αλήθειες, αλλά μικρές στιγμές ανακούφισης. Δεν φωνάζουν, δεν τρομοκρατούν, δεν διχάζουν. Απλώς θυμίζουν κάτι ξεχασμένο -δυστυχώς: πώς είναι να γελάς χωρίς ενοχές.

Κι ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της σύγχρονης τηλεόρασης. Ότι αντιμετωπίζει το γέλιο σαν… ελαφρότητα και τη μιζέρια σαν σοβαρότητα. Ότι πιστεύει πως η ένταση είναι συνώνυμο της ποιότητας και η φωνή της άποψης πρέπει πάντα να είναι θυμωμένη. Ότι το κοινό «οφείλει» να αντέχει.

Δεν οφείλει τίποτα.

Η τηλεθέαση καθημερινά δεν τιμωρεί, απαντά: Και η απάντηση αυτή την περίοδο είναι ξεκάθαρη: λιγότερη τοξικότητα, περισσότερη ζεστασιά. Λιγότερα πάνελ που τσακώνονται, περισσότερες ιστορίες που μας θυμίζουν τον εαυτό μας. Λιγότερη αγωνία, περισσότερη καθημερινότητα.

Όταν μια επανάληψη κωμικής σειράς (βλέπει Σόι σου, Οικογενειακές ιστορίες) κερδίσει την προσοχή περισσότερο από μία εκπομπή ή ένα δελτίο, το πρόβλημα δεν είναι στο κοινό. Είναι στο περιεχόμενο. Όταν ο τηλεθεατής προτιμά κάτι γνώριμο και απλό από κάτι «σημαντικό» αλλά καταθλιπτικό, τότε ίσως η τηλεόραση πρέπει να αναρωτηθεί όχι τι δείχνει, αλλά πώς το δείχνει. Γιατί στο τέλος της ημέρας, η τηλεόραση δεν είναι δικαστήριο της κοινωνίας, είναι ο καθρέφτης της. Και ο καρθέφτης αυτή τη στιγμή δείχνει ένα κοινό που δεν αντέχει άλλο δράμα, όχι επειδή αδιαφορεί, αλλά επειδή χρειάζεται έστω για λίγο να νιώσει καλύτερα. Κι αυτό μην τολμήσετε να το μεταφράσετε σαν αδυναμία. Είναι καθαρά ένστικτο επιβίωσης.