25η Μαρτίου χωρίς Παπαφλέσσα δεν γίνεται… Βρέξει χιονίσει, η ταινία σταθμός στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, “Παπαφλέσσας” κάθε χρόνο με αφορμή την 25η Μαρτίου ή κάποιες φορές και νωρίτερα από την Εθνική επέτειο, παίζει στην τηλεόραση. Η ελληνική ταινία με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, αναφέρεται στα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και δείχνει τη νίκη του Παπαφλέσσα εναντίον του Δράμαλη στα Δερβενάκια, μέχρι τον γεμάτο αυτοθυσία θάνατό του στo Μανιάκι, πολεμώντας τον στρατό του Ιμπραήμ Πασά.
Η ταινία ακόμα και μέχρι σήμερα, κάθε φορά που προβάλλεται, σημειώνει τηλεθέαση, που σημαίνει ότι ο ελληνικός κινηματογράφος είναι στο dna όλων μας πριν καν ακόμα γεννηθούμε. Μπορεί να βλέπουμε τις ταινίες ξανά και ξανά, να ξέρουμε τους διάλογους απέξω, αλλά κάθε φορά κολλάμε σαν την πρώτη φορά. Αυτό συμβαίνει γιατί πέρα και πάνω από όλα οι ταινίες εκείνης της εποχής, διακρίνονταν για δυο χαρακτηριστικά, την αλήθεια και την αθωότητά τους. Αν και έχουν περάσει 50 και πλέον χρόνια από την πρώτη προβολή της – η ακριβή για την εποχή της κινηματογραφική παραγωγή με κεντρικό πρόσωπο τον θρυλικό αρχιμανδρίτη που έπεσε ηρωικά στο Μανιάκι πολεμώντας το στρατό του Ιμπραήμ – παραμένει ίσως η πιο αντιπροσωπευτική και συνάμα διάσημη ελληνική ταινία που αφορά στο 1821. Η ταινία «Παπαφλέσσας» που θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έργα στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, γυρίστηκε κυρίως στη Λάρισα, στο χωριό Αμπελάκια, ένα παραδοσιακό χωριό στις βορειοδυτικές πλαγιές του όρους Όσσα, γνωστό για την οικονομική του άνθηση στο παρελθόν. Ο τόπος ξεχωρίζει για τα πέτρινα αρχοντικά του, που παραμένουν ανέπαφα μέχρι σήμερα.
Μερικές σκηνές γυρίστηκαν και σε χωριά του Πηλίου, ενώ η παραγωγή ήταν τόσο προσεγμένη που δεν πραγματοποιήθηκαν γυρίσματα σε στούντιο της Αθήνας. Πάνω από 2.000 κομπάρσοι συμμετείχαν στην ταινία, και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ μετέβαινε με ελικόπτερο για να προλαβαίνει τα γυρίσματα και τις υποχρεώσεις του στο θέατρο. Η ταινία απέσπασε τις καλύτερες κριτικές στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1971, και τα βραβεία Καλύτερης Σκηνοθεσίας, αρτιότερης παραγωγής ενώ δόθηκε τιμητική διάκριση στον σκηνογράφο και ενδυματολόγο Διονύση Φωτόπουλο. Προβλήθηκε τη σεζόν 1971-1972 και έκοψε 297.817 εισιτήρια. Ήρθε στην 10η θέση σε 90 ταινίες.
Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ επωμίστηκε το βαρύ φορτίο του κεντρικού ρόλου, δίνοντας πραγματικά ρεσιτάλ με την εκπληκτική ερμηνεία του, τόσο, που θαρρείς και βλέπεις τον ίδιο τον Παπαφλέσσα ολοζώντανο!

Οι συμπρωταγωνιστές της ταινίας, Δημήτρης Ιωακειμίδης ως Κολοκοτρώνης, απλά συγκλονιστικός. Κανέλλος Δεληγιάννης, ο ζεν-πρεμιέ Αλέκος Αλεξανδράκης. Και πολλοί άλλοι γνωστοί ηθοποιοί της γενιάς του ’70 σε χαρακτηριστικούς ρόλους, όλοι απολύτως προσεγμένοι και ειδικά μακιγιαρισμένοι ώστε να μοιάζουν σχεδόν απόλυτα με τα πραγματικά πρόσωπα. Όπως ο Μάκης Ρευματάς στο ρόλο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο Θόδωρος Μορίδης ως Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο ισπανός Φερνάντο Σάντσο στο ρόλο του Δράμαλη πασά, ο Χρήστος Πολίτης στο ρόλο του Δημήτρη Υψηλάντη και – τέλος – ο εκπληκτικός Στέφανος Στρατηγός στο ρόλο του αιμοσταγούς Ιμπραήμ.
Κόντρα Φίνου – Τζέιμς Πάρις: Οι χουντικοί και ο δυσβάσταχτος προϋπολογισμός
Ο Φίνος γι’ αυτή την ταινία, επιστρατεύει ειδικούς γερανούς που μόλις είχε φέρει από τη Γαλλία, αλλά η “εκνευριστική” επιμονή του στην άρτια τεχνική υποδομή του φιλμ, τον φέρνει αντιμέτωπο με το άλλο μέλος της κοινοπραξίας που είχε στηθεί, τον Τζέιμς Πάρις, που βλέπει τον προϋπολογισμό της ταινίας να έχει εκτιναχθεί σε δυσθεώρητα ύψη για την …τσέπη του.
Η ταινία βγαίνει στους κινηματογράφους τον Μάρτη του 1971 και γίνεται σεισμός. Ουρές στα ταμεία και στη λαμπερή πρεμιέρα που γίνεται στον κινηματογράφο Αττικόν, τιμούν με την παρουσία τους τα μεγαλύτερα ονόματα της Τέχνης που βρισκόταν ακόμη στην Ελλάδα (λόγω Χούντας), καθώς και …σύσσωμη η στρατιωτική ηγεσία του ΓΕΕΘΑ!
Ο Φίνος, με το που τους βλέπει του γυρνάνε τα άντερα από την αηδία, αλλά επειδή ήταν…κολλητάρια του Τζέιμς Πάρις (όλες του τις εθνικοπατριωτικές ταινίες τις υποστήριζε με θέρμη ο …χουντικός Στρατός, βάζοντας ολόκληρα τάγματα να παίζουν κομπάρσοι!) δεν μίλησε, μόνο αποχώρησε διακριτικά μαζί με τη γυναίκα του λίγο πριν το τέλος της ταινίας, μη τυχόν και έλθει σε επαφή με το χουντικό καθεστώς…
Ο έρωτας Παπαμιχαήλ – Δανδουλάκη και τα… ηρεμιστικά της Αλίκης
Ο Μάκης Δελαπόρτας καλεσμένος στην εκπομπή “Super Kατερίνα“, μεταξύ άλλων είχε μιλήσει για τις ελληνικές ταινίες που είναι αφιερωμένες στην Ελληνική Επανάσταση και παίζονται συνήθως ανήμερα 25ης Μαρτίου. Μέσα σε αυτές ανέφερε για τον θρυλικό Παπαφλέσσα, με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του. Ο ηθοποιός και συγγραφέας επιβεβαίωσε μία φήμη που ακουγόταν τότε, ότι ο μεγάλος πρωταγωνιστής έγινε ζευγάρι με την συμπρωταγωνίστριά του σε αυτή την ταινία, τη νεαρή Κάτια Δανδουλάκη.
«Υπήρξε κάποιο ειδύλλιο εκείνη την εποχή της Κάτιας με τον Δημήτρη. Είχαν ήδη χωρίσει με την Αλίκη. Για 1-2 χρόνια η Αλίκη με τον Δημήτρη ήταν σε διάσταση, δεν το ήξερε κανείς. Έπαιζαν στο θέατρο αλλά δεν ήταν μαζί. Από το 1971 ξεκίνησαν τα προβλήματα. Το 1974 βγήκε το διαζύγιο. Γι’ αυτό και βλέπουμε κάποιους άλλους πρωταγωνιστές το 1972 δίπλα της στο θέατρο. Εκείνη την περίοδο είχαν χωρίσει» ανέφερε.
Ακόμα μια άγνωστη ιστορία για τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ είχε δημοσιεύσει παλιότερα ο σπουδαίος δημοσιογράφος Δημήτρης Λυμπερόπουλος. Μια ιστορία για την οργισμένη αντίδραση του σπουδαίου ηθοποιού, όταν κάποιοι γιούχαραν την ταινία Παπαφλέσσας στην οποία πρωταγωνιστούσε. Όταν ξεκίνησε η προβολή της ταινίας, μια ομάδα θεατών άρχισε τα γιουχαΐσματα και τις κοροϊδίες σε βάρους του Παπαμιχαήλ, του Φίνου και του παραγωγού Τζέιμς Πάρις. Αργότερα, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Απογευματινή, ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, εξέφρασε ανοιχτά την οργή και την απογοήτευσή του. Μάλιστα, υποστήριξε ότι θα ήταν προτιμότερη η κατάργηση του Φεστιβάλ παρά η επανάληψη παρόμοιων συμπεριφορών. «Μίσησα την οργανωμένη οχλαγωγία του Φεστιβάλ. Εκείνων που μετέτρεψαν την αίθουσα σε εξέδρα γηπέδου. Ντροπή τους τέτοια ασέβεια. Δεν σεβάστηκαν τίποτε», δήλωσε χαρακτηριστικά ο ηθοποιός. Συνέχισε περιγράφοντας τους ταραξίες ως «φαιδρό συρφετό αγέλης, φανατικών της εξέδρας» και «καφενόβιους» που ήρθαν με σκοπό να μετατρέψουν το Φεστιβάλ σε εμποροπανήγυρη. Η έντονη αντίδραση του πρωταγωνιστή αντανακλούσε την απογοήτευσή του για την έλλειψη σεβασμού προς τη δημιουργική προσπάθεια.
Σύμφωνα με άλλες πηγές, στις 22 Σεπτεμβρίου 1971 ημέρα προβολής της ταινίας της Φίνος Φιλμ και του Τζέιμς Πάρις «Ο Παπαφλέσσας», στο 12ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το κοινό από νωρίς το πρωί είχε κατακλύσει τα ταμεία προκειμένου να αγοράσει ένα εισιτήριο για να δει την πολυαναμενόμενη ταινία με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Όλοι οι συντελεστές και οι ηθοποιοί είχαν συγκεντρωθεί έξω από την αίθουσα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Μαζί με τον κόσμο περίμεναν για να εισέλθουν στην αίθουσα ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ και η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Μάλιστα όταν έφτασε ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ με τη σύζυγό του, Αλίκη Βουγιουκλάκη, το κοινό τον αποθέωσε. Ο Τύπος της εποχής έγραφε χαρακτηριστικά ότι εκείνη την ημέρα έκλεψε τη δόξα από την Αλίκη, και για πρώτη φορά το χειροκρότημα ήταν πολύ πιο έντονο για τον πρωταγωνιστή.
Άλλωστε το ποιος από τους δύο θα προκαλούσε τα πιο πολλά χειροκροτήματα στις κοινές εμφανίσεις τους ήταν το αγαπημένο θέμα του Τύπου.
Πολλοί δημοσιογράφοι μάλιστα υποστήριζαν ότι η Βουγιουκλάκη αναγκάστηκε να πάρει… ηρεμιστικό για να ξεπεράσει το γεγονός ότι το κοινό αποθέωσε τον σύζυγό της και όχι εκείνη. Ειδήσεις που ήταν αδύνατο να διασταυρωθούν, αλλά ο κόσμος τις διάβαζε με μανία. Η υπερπαραγωγή της Φίνος Φιλμ σε συνεργασία με τον Τζέιμς Πάρις κόστισε 12.000.000 δραχμές, ποσό που για τα δεδομένα της εποχής ήταν εξωπραγματικό. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της επένδυσης, αξίζει να σημειωθεί ότι το συνηθισμένο budget μιας ελληνικής παραγωγής εκείνη την περίοδο κυμαινόταν από 2 έως 4 εκατομμύρια δραχμές όταν συμμετείχαν διάσημοι πρωταγωνιστές. Χωρίς την παρουσία σταρ, το κόστος περιοριζόταν στο 1 με 1,5 εκατομμύριο δραχμές.
Η ταινία σε σκηνοθεσία Ερρίκου Ανδρέου, κατάφερε να πουλήσει 297.817 εισιτήρια, κατακτώντας τη δέκατη θέση στη λίστα με τις επιτυχημένες κινηματογραφικές δουλειές της χρονιάς. Σήμερα τα δικαιώματα διανομής ανήκουν στην εταιρεία Καραγιάννης και Καρατζόπουλος. Για τις μαχητικές σκηνές χρησιμοποιήθηκαν πολυάριθμοι στρατιώτες που εκτελούσαν τη στρατιωτική τους θητεία. Πολλαπλά συνεργεία λειτουργούσαν ταυτόχρονα, με τέσσερις βοηθούς σκηνοθέτες να συντονίζουν τις εργασίες. Οι Διονύσης και Βασίλης Φωτόπουλος ανέλαβαν τη σκηνογραφία, δημιουργώντας εντυπωσιακά σκηνικά.
Τρεις διαφορετικές εταιρείες συμμετείχαν ως χορηγοί, γεγονός που υπογραμμίζει την τεράστια κλίμακα του εγχειρήματος. Η Κάτια Δανδουλάκη, που συμμετείχε στο καστ, περιέγραψε σε συνέντευξή της τις προκλήσεις της παραγωγής. Στην ταινία η τότε 23χρονη Κάτια Δανδουλάκη υποδύεται μια νεαρή κοπέλα την Κατερίνα, η οποία γνωρίζει και ερωτεύεται τον Παπαφλέσσα πολύ πριν ξεσπάσει η Επανάσταση, αλλά ο έρωτάς τους δεν είχε happy end αφού η ηρωίδα βρίσκει τελικά τραγικό θάνατο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. «Κατ’ αρχάς ήταν τρεις συμβεβλημένες εταιρείες για χορηγία του “Παπαφλέσσα”, πράγμα που σημαίνει ότι ήταν πανάκριβη, από αυτές που σήμερα πολύ δύσκολα γυρίζονται στην Ελλάδα. Θυμάμαι ότι για τις σκηνές μαχών χρησιμοποιήθηκαν και πάρα πολλοί στρατεύσιμοι που υπηρετούσαν τη θητεία τους. Δύσκολη παραγωγή, πολλά συνεργεία συγχρόνως, τέσσερις βοηθοί σκηνοθέτες, και οι δύο Φωτόπουλοι (Διονύσης, Βασίλης) στα σκηνικά. Θα μπορούσα να αποκαλέσω αυτή την ταινία μια “ηρωική επένδυση” ακριβώς επειδή γυρίστηκε στο τέλος εκείνου του κινηματογράφου. Σκέφτομαι σήμερα ότι τότε, όντας και τόσο νέα, δεν μπορούσα με τίποτε να φανταστώ το μέγεθος της τρέλας που είχαμε για να γίνει ο “Παπαφλέσσας”, αλλά και οι “Σουλιώτες”, ταινίες που παίζονται κάθε χρόνο από τότε και δεν έχουν ξεπεραστεί ακόμα».
Ο Παπαφλέσσας παραμένει σημείο αναφοράς για τις ιστορικές παραγωγές του ελληνικού κινηματογράφου, συνδυάζοντας θεαματικότητα με ιστορική αφήγηση. Η επένδυση των 12 εκατομμυρίων δραχμών αποδείχθηκε τελικά στο πέρασμα των χρόνων εντελώς δικαιολογημένη, καθώς το αποτέλεσμα συνεχίζει να συγκινεί και να εκπαιδεύει νέες γενιές θεατών για τους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821.


">
">
">
">
">
">
">